Δευτέρα, Σεπτέμβριος 27, 2021
Follow Us
Ωδή στους «αμνούς»…


Από τη Γεωργία Σταυριανέα

 

 

«Όταν το αρνί φύγει από το κοπάδι, ή του λύκου ή του μαχαιριού θα γίνει» μου έλεγε συχνά η γιαγιά μου…..


Ήταν Πάσχα μαγιάτικο. Τα πλατάνια στην όχθη του ποταμού είχαν αρχίσει να γεννούν τα βλαστάρια του, που υπομονετικά κυοφορούσαν μέρες πολλές, περιμένοντας την παγωνιά να χορτάσει και τη φετινή της επιθυμία.
Φρ..φρ..φρ μουρμούρισε το ασθενικό αεράκι σέρνοντας τα ξερά πλατανόφυλλα, κι αποκάλυψε μονομιάς πράσινες ζουμερές και δροσάτες λιχουδιές.


Η φύση στην πιο ωραία φάση της, στη μετάλλαξή της. Πλούσια κι απλόχερη, ευγενική και γόνιμη.
Μια απροσδιόριστη λύπη σκοτεινιάζει το βλέμμα μου, και το βλέμμα των φίλων μου, που λιάζονται πιο πέρα χωρίς να μιλούν.
Δεν ξέρω πώς βρέθηκα εδώ, ούτε τι είναι το λευκό μάλλινο πανωφόρι που φοράω. Ξέρω μόνο ότι νοιώθω φόβο και θυμό. Τίποτ’ άλλο.
Το φορτηγό που στάθηκε στην άκρη του φράχτη έκανε τον κίνδυνο μέσα μου να αποκτήσει μορφή. Ένα βλοσυρό ρυτιδιασμένο πρόσωπο κάρφωσε πάνω μου το γκρίζο του βλέμμα. «Αυτόν» είπε δείχνοντάς με το κιτρινισμένο του δάχτυλο προς το μέρος μου, δίνοντας μ’ ένα νεύμα εντολή στο νυσταγμένο βοηθό του να με πάρει και προχώρησε πάρα κάτω παρατηρώντας τους υπόλοιπους φίλους μου.
Εγώ ήμουν «αυτός». Ο βοηθός με άρπαξε από τα χέρια με μια απότομη κίνηση, αναγκάζοντάς με να πάω προς το φορτηγό.
Κραυγές συμπαράστασης ακούστηκαν από τους φίλους μου. Κουράγιο αδερφέ, κουράγιο.
Τις έχω ξανακούσει αυτές τις φωνές, και πάντα γέμιζαν θλίψη την καρδιά μου. Αποφάσισα ν’ αντισταθώ. Όχι, δεν θα με πάρετε τόσο εύκολα είπα, κι επιστρατεύοντας όλη τη δύναμή μου «χραπ» δίνω μια γενναία δαγκωνιά στην παλάμη του «βοηθού». Τράβηξε το χέρι του ουρλιάζοντας, ενώ συγχρόνως δέχτηκα μια κλωτσιά στα πλευρά. Ο πόνος άνοιξε διάπλατα τα φτερά μου. Άρχισα να τρέχω αφιονισμένο.
Ο «βοηθός» με πήρε στο κατόπι. «Στάσου τσόγλανε» μου φώναζε θυμωμένος.
«Σιγά μη με φτάσεις πληρωμένο παραπαίδι της εξουσίας. Έχω φτερά στα πόδια μου. Φτερά στην ψυχή μου» του αποκρίθηκα και χάθηκα μέσα στην πυκνή βλάστηση.
Πήρα την όχθη του ποταμού ακροπατώντας στις γλιστερές του πέτρες. Ένοιωσα να μουσκεύω και το μάλλινο πανωφόρι μου να γίνεται βαρίδι. Όμως είχα φτερά στα πόδια μου, φτερά στην ψυχή μου, κι έτρεχα ελεύθερος ρουφώντας μυρωδιές.
«Ε; Ποιανού είσαι εσύ;» ακούστηκε μια στριγκιά φωνή λίγα μέτρα πιο πέρα. Ένας ψαράς μ’ αδειανό καλάθι δίπλα του, με κοιτούσε περίεργα.
«Για να σε δω. Έλα κοντά καλό μου. Μόνο σου είσαι ε; Μμ, ψάρι δε μου ‘στειλε ο θεός, αλλά δεν έχω παράπονο μού ‘στείλε κρεατάκι». Σταυροκοπήθηκε και σηκώθηκε. «Μια στάλα θάσε χωρίς μαλλί, αλλά δεν πειράζει. Απ’ το καθόλου…» μονολόγησε κι απλώθηκε αρπάζοντας με απ’ τα χέρια.
Είχα μάθει πια να αμύνομαι. «Χραπ» μια δαγκωνιά και δρόμο. Μακριά απ’ το ποτάμι σκέφτηκα, γιατί κάπου τριγύρω θα είναι κι άλλοι «άψαροι» φονιάδες.
Κατευθύνθηκα προς την πεδιάδα δοκιμάζοντας καινούργιες γεύσεις απ’ την πλούσια γη. Περίεργο, τόση αφθονία να μην χορταίνει τους ψαράδες.
Στο βάθος του μονοπατιού ξεχώρισα μια γιαγιά. Νόμισα πώς ήταν η γιαγιά μου. Πλησίασα και της χαμογέλασα καλοσυνάτα.
«Ε; ποιανού είσαι εσύ;» με ρώτησε,
Άντε πάλι. Σόνι και καλά να είμαι κάποιου; Εγώ είμαι εγώ, και μου ανήκω … έκανα να της αποκριθώ, όμως το βλέμμα της έγινε πονηρό. Μάντεψα τη σκέψη της, κι όπου φύγει φύγει.
Πήρα τον ανήφορο προς το βουνό μακριά απ’ τον πολιτισμό. «Εκεί θάναι πιο δύσκολο να ζήσω, όμως δεν θα νοιώθω πια απειλή» είπα.
Ίδρωσα, πλάνταξα απ’ τη ζέστη, όμως ήμουν ασφαλής πάνω στο έρημο βουνό. Ξάπλωσα σε ένα απόσκιο να χαλαρώσω και να ονειρευτώ. Ξάφνου στο κορμί μου ένοιωσα «επισκέψεις».
«Για να ζεις εδώ», μου είπαν τα παράσιτα, «θα μας θρέφεις με το αίμα σου. Ποιος νομίζεις ότι είσαι για να ζεις ελεύθερος;»
Τινάχτηκα δυνατά και ξανατινάχτηκα, αλλά εκείνα δεν έφευγαν. Έξυσα τότε με μανία το δέρμα μου μέχρι που μάτωσε. Δεν μπορούσα πια να ξαποστάσω πουθενά.
Πήρα το πρώτο μονοπάτι που βρήκα μπροστά μου. «Θ’ ακολουθήσω τη μοίρα» είπα, «κάπου θα υπάρχει λίγος χώρος για να ζήσω ήρεμα».
Πέρασε αρκετό διάστημα χωρίς να γίνει κάτι, έτσι άρχισα να πιστεύω πως τα κατάφερα. Ανάσανα με ανακούφιση. Δεν ήταν δύσκολο τελικά.
Ένας γκρίζος όγκος με μυτερά δόντια και γυαλιστερά μάτια φανερώθηκε ξαφνικά μπροστά μου.
«Από μένα δεν γλιτώνεις» μου είπε. «Είμαι πιο γρήγορος και πιο δυνατός από σένα. Θα σε αφανίσω. Μπορούμε όμως να κάνουμε μια συμφωνία αν θέλεις. Εγώ θα σε προστατεύσω ώστε να νοιώθεις ασφαλής, κι εσύ θα μου κάνεις παιδιά να τρώω και να με υπηρετούν».
«Όχι» είπα με βροντερή φωνή. «Μακριά από μένα, μακριά από τα παιδιά μου».
«Και πού θα πας;» με ρώτησε ειρωνικά. «Όπου κι αν πας θα σε βρω».
«Γυρίζω στο κοπάδι» του αποκρίθηκα ηττημένος. «Εκεί θα είμαι ασφαλής».

Θαρρώ πως μαγιάτικο ήταν τ’ όνειρο, κι η απειλή Λαμπριάτικη.
Αχ, βρε γιαγιάκα, περάσανε πολλά χρόνια, πάρα πολλά, κι ακόμα στο κοπάδι είμαι. Χωρίς φτερά στα πόδια μου, μήτε φτερά στην ψυχή μου. Ένα αρνί, και του λύκου, και του μαχαιριού