Παρασκευή, Ιούλιος 19, 2024
Follow Us
Δημήτρης Παπαχρήστος: «Το μόνο που θέλαμε ήταν να αλλάξουμε τα πράγματα με όπλο τη νεανική μας τρέλα»

Γεννήθηκε στην Εύβοια, ζει στα Εξάρχεια. Δημοσιογράφος, συγγραφέας και ραδιοφωνικός παραγωγός, υπήρξε εκφωνητής του ραδιοφωνικού σταθμού του Πολυτεχνείου κατά την εξέγερση του Νοέμβρη του 1973 και δεν σταμάτησε ποτέ να αγωνίζεται.

γράφει ο Θοδωρής Αντωνόπουλος

 

 

 

Γεννήθηκα στην Ιστιαία Ευβοίας. Στην Αθήνα βρέθηκα το 1968, όταν πέρασα στην Ανωτάτη Εμπορική, έναν χρόνο μετά τη χούντα. Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, όπως και σε άλλα μέρη στην επαρχία, δεν είχαμε καταλάβει πολλά από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του ’67, εκτός από το ότι κι εδώ μαζέψανε και στείλανε εξορία κάποιους αριστερούς – πανηγυρίσαμε κιόλας τη μέρα εκείνη, γιατί μας διώξανε νωρίς από το σχολείο! Με το που ήρθα όμως στην πρωτεύουσα, αστυνομοκρατία και μαύρο σκοτάδι σε όλες τις σχολές. Υπήρχαν ακόμα και κυβερνητικοί επίτροποι, σε μας ήταν ένας πρώην στρατιωτικός που επιθεωρούσε μέχρι και το μάκρος των μαλλιών μας! Οι καθηγητές, προσκυνημένοι οι περισσότεροι. Οι λίγοι προοδευτικοί, γρήγορα τέθηκαν σε διαθεσιμότητα.

 

  • Το πρώτο μου σπίτι το έπιασα στα Εξάρχεια και στα χρόνια που πέρασαν ταξίδεψα πολύ· έφτασα μέχρι την Αυστραλία, γειτονιά όμως στην Αθήνα δεν άλλαξα ποτέ. Δουλειές ναι, άλλαξα πολλές: έκανα οικοδόμος, εμποροϋπάλληλος, πωλητής, μέχρι δική μου εταιρεία έστησα με πωλήσεις βιβλίων ένα διάστημα στη Χαλκοκονδύλη γιατί «το ’χα» με τους πελάτες και σκέφτηκα «γιατί να δουλεύω σε άλλον με ποσοστά, όταν μπορούσα να είμαι εγώ αφεντικό του εαυτού μου;». Τα παράτησα όταν με προσέλαβαν στην τράπεζα, όπου ευτυχώς έμεινα, γιατί αν είχα φύγει και από κει, θα την είχα βάψει! Ε, μετά πια άρχισα με το ραδιόφωνο, τις εφημερίδες και το γράψιμο.

Αυτοί, που λες, νομίζανε ότι θα μας γονατίσουν, αλλά όσοι από μας συλλαμβάνονταν και βασανίζονταν, αγόρια ή κορίτσια –και τα κορίτσια ήταν, να ξέρεις, πιο δυνατά–, αποκτούσαμε φωτοστέφανο στα μάτια των συντρόφων μας κι αυτό μας δυνάμωνε!

  • Στα Εξάρχεια μαζευόταν τότε όλος ο φοιτητόκοσμος της Αθήνας. Από τα γνωστότερα στέκια ήταν ο κήπος του Μουσείου, για τον οποίο κιόλας έχω γράψει ολόκληρο βιβλίο, τον Ήλιο του Μουσείου. Πού να σου λέω τι γινόταν εκεί, έρωτες, αγάπες, μαζώξεις, κουβέντες… Μας έβλεπαν οι περαστικοί και λέγανε «μια χαρά τεμπελιάζουν αυτά», πού να φαντάζονταν ότι η εξέγερση ήδη κυοφορούνταν! Μιλάμε, βέβαια, για ένα κομμάτι της νεολαίας υπολογίσιμο μεν, αλλά μειοψηφικό, όπως μειοψηφία ήταν αρχικά όσοι τολμούσαν να αμφισβητήσουν το απριλιανό καθεστώς. Οι φοιτητές εκείνοι ήταν «απόγονοι» των Λαμπράκηδων, οι περισσότεροι από τους οποίους, τα πιο προβεβλημένα στελέχη δηλαδή, μόλις επικράτησε η χούντα πέρασαν φυλακές, βασανιστήρια, εξορίες. Αυτό το «κυνηγητό» κράτησε 2-3 χρόνια, ύστερα οι συνταγματάρχες νόμιζαν ότι ξεμπέρδεψαν. Κούνια που τους κούναγε! Γιατί εμείς, η καινούργια πιτσιρικαρία, εκεί που πίναμε καφέ, σουλατσάραμε και φλερτάραμε, ειδικά όσοι είχαν εικόνα του τι συνέβαινε τον ίδιο καιρό στο εξωτερικό, αντιλαμβανόμασταν ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά σε αυτή την ταλαίπωρη χώρα.

 

  • Παρακολουθούσαν, βέβαια, κι εμάς, οι πιο δραστήριοι βρισκόμασταν στο στόχαστρο. Μας επιτηρούσαν ακόμα και την ώρα που τρώγαμε! Μια φορά, στο εστιατόριο της σχολής μάς σέρβιραν τηγανητά καλαμαράκια. Έρχεται, λοιπόν, ο κυβερνητικός επίτροπος και μας ρωτάει: «Καλό το φαγητό;» «Ναι, μια χαρά», απαντούσαν οι περισσότεροι, από φόβο όμως γιατί τα καλαμαράκια ήταν μπαγιάτικα, στεγνά και σκληρά. Έρχεται και στο τραπέζι που καθόμασταν με τον Μάκη τον Μπαλαούρα και την υπόλοιπη συντροφιά –ξεχωρίζαμε, βλέπεις, κιόλας από την εμφάνιση και το αψύ βλέμμα–, ρωτάει το ίδιο και τότε εγώ πιάνω με το πιρούνι ένα καλαμαράκι και του λέω «όχι, είναι χειρότερο και από τη σόλα των παπουτσιών σου». «Δρας αντεθνικά!» φώναξε έξαλλος, αναζητώντας ταυτόχρονα με τους ασφαλίτες του Σπουδαστικού που υπήρχαν σε κάθε σχολή – είχαμε και στην Εμπορική πέντε-έξι. Δεν τους εντόπισε όμως, οπότε αρκέστηκε να πει «πέρνα από το γραφείο μου μετά!». Πιάσαμε τότε εμείς να φωνάζουμε ειρωνικά «κάτω η χούντα, ζήτω τα καλαμαράκια!».

 

Αξίζει να διαβάσετε τη συνέχεια του άρθρου στον σύνδεσμο που ακολουθεί:  

https://www.lifo.gr/culture/vivlio/dimitris-papahristos-mono-poy-thelame-itan-na-allaxoyme-ta-pragmata-me-oplo-ti?amp