Δευτέρα, Απρίλιος 22, 2024
Follow Us
Άγριον Εστί

γράφει ο Νίκος Τουλαντάς

Δεν καταλαβαίνω προς τί τόση ανησυχία περί βίας. Σπείραμε τίποτε αγαθό και μας ξαφνιάζει η σαπίλα που ευδοκιμεί;

Θα γινόταν τράπερ και μιαρόμυαλος ψωρόμαγκας κάποιο παιδί που μεγάλωσε εν επιμέλεια και παράδειγμα αρετής; Θα θρηνούσαμε 500 νεκρούς, μόνο το 23′, από τροχαία, αν η ζωή που δίναμε ο ένας στον άλλο είχε μια κάποια ποιοτική ένταση; Ή μήπως δεν είναι μια ροχάλα που εκτοξεύθηκε καθέτως, από το σύστημα αυτό το απρόσωπο και ιοβόλο, άλλο ένα παιδί που φεύγει από τη ζωή εμπλεκόμενο σε παρασκήνια «αθλητικών» ενδιαφερόντων; Δεν είμαστε ούτε χαζοί, ούτε κακοί: είμαστε δηλητηριασμένοι από πάνω μέχρι κάτω, από τους πάνω μέχρι τους κάτω.

Όπου ακούς είτε καταστροφή είτε αυτοκαταστροφή, ένα πράγμα είναι: λειψή πραγματικότητα κι ανάγκη για «παραπάνω». Είμαστε ο πολιτισμός της έντασης. Όμως η έντασή μας δεν έχει ποιότητα και προοπτική· θέλουμε απλώς κάτι έξαλλο να γίνεται, θέλουμε κάτι να εξυπηρετεί την απόσπαση της προσοχής μας. Κινούμαστε μεταξύ οργιώδους φόρτισης και ισοδύναμης αντισταθμιστικής αποφόρτισης, μεταξύ τεχνιτών πόνων και παυσιπόνων.

Τη φτώχεια σου να μέμφεσαι. Δε φταίει κανείς πολιτικός (κι αυτοί να τα βγάλουν πέρα προσπαθούν – κι αυτοί παραμελήθηκαν, και μάλιστα «πλουσιοπάροχα») – δικαιολογίες του φυγόπονου νεοέλληνα, που, πνευματικός μύωπας ων, σε διαζύγιο με τον εσωτερικό του κόσμο, δεν αναγνωρίζει την επέκτασή του να το παίζει «ικανή και προοδευτική» στα έδρανα της βουλής. Το ίδιο χέρι είναι που κλέβει τον εαυτό του, ο ίδιος λογισμός που τον παραμυθιάζει· αλίμονο αν περιμέναμε την παρθενογένεση της εντιμότητας, αν ξεχάσαμε το ότι κατηγορούμε ένα κοινο-βούλιο.

Φταίει ο πατέρας που ξεχάστηκε στη στήλη με τα αθλητικά, στην ξέχωρη έναντι του πόνου των άλλων αυτοπεποίθηση, στην κατά χάριν κυβέρνηση του κράτους μέσω σχολίων ανυπόβαθρων και την καταλαλιά των «διεφθαρμένων υπευθύνων»· φθονώδης, που αδικείται νιώθει, καθώς μετέχει των κοινών με το φόρο σε ένα κράτος δίχως πρόσωπο, και με την ψήφο του σε επαγγελματίες-διαχειριστές χώρων κι όχι πολιτισμικής παράδοσης, που αν δεν είχαν γεννηθεί μέσα σε μέγαρα, και δεν είχαν συνηθίσει τις επαφές του μπαμπά με μεγαλοστελέχη κυβερνήσεων κι επιχειρήσεων, δε θα ‘χανε το τσαγανό να τρέξουν ούτε το περίπτερο. Φταίει η μάνα που ξεχάστηκε στην γυναικουλειά της και την επιδειξιομανία της σαρκός και των αξεσουάρ της· στην ανασφάλειά της, που θα σπρώξει το βλαστάρι της να πιάσει καλή θέση μέσα στη φθορά και το μηδενισμό της κανονικότητας του αδιάφορου και χαμερπούς. Φταίει ο επαγγελματίας ιερέας, που ποιμαίνει με λόγια δανεικά, που οικειοποιείται αλλονών θυσίες κι αίμα, αρετές και πειρασμούς· που διαβάζει άλλο Ευαγγέλιο και χάθηκε στην εν ζωή μετάφραση της απερπάτητης ιδεολογίας του. Φταίει η χυδαιότητα της τηλεόρασης που σπατάλησε τον Σοστακόβιτς για να περιγράψει λίγο νερό παραπάνω που έπεσε και βουλώσαν τα φρεάτια, και ξέμεινε από «soundtrack» η καημένη, ώστε να ντύσει τον φόνο τον συζυγικό και την τεκνοκτονία, την εκπόρνευση του παιδιού εκ του ιδίου του κηδεμόνα του, το μίσος των παιδιών – «κανείς δε ξέρει να μισεί όπως τα παιδιά»[1] – που αλληλοσπαράσσονται μπας και γίνουν viral αλάνια, τώρα που η «εποχή» σε σέβεται αν είσαι καλλιεργημένος κατά ψυχοπάθεια (χαρακτηριστικό της η έλλειψη συμπάθειας), αν έχεις τα απαραίτητα προσόντα και φλεξάρεις τα ένστικτα του βόα και της σμέρνας. Ακέραια σκεπτόμενοι, η ταπείνωση που θα τα συντρίψει θα είναι επίσκεψη Θεού, αν και κανείς δεν έχει την ωριμότητα να την εκλάβει ως τέτοια όταν οι ήλοι ακινητοποιήσουνε τη φόρα του.

*

Εφόσον το χρυσάφι θάφτηκε, οι τενεκέδες που γυαλίζουν είναι η μόνη στράτα ώστε να γίνουμε ευυπόληπτοι. Αν γυαλίζεις, πέτυχες. Κι αν μιλάς για το χρυσάφι ξόφλησες ως οπισθοδρομικός, σκοταδιστής και γραφικός. Η συλλογιστική μας δε χρειάζεται Αριστοτέληδες, η καλοσύνη μας είναι νομοθέτημα πτυχιούχων μπούφων, όχι παράδειγμα αγίων. Αλλά το μέτρο του πολιτισμού έχει προσδιοριστεί και τα ψέματά μας δε γυρίζουν πίσω το ποτάμι. Φταίει, δηλαδή, επίσης, το χαμήλωμα του πήχη, πακέτο με την μικρομέγαλη αυτοϊδέα μας εν καταναλωτισμώ: θαλασσινό νερό, μπαράκια και ευχαριστημένους ουρανίσκους: αυτές είναι οι υπηρεσίες μας στην νοτιοανατολική ακριτική Ευρώπη. Κι οι πέτρες όπου να ‘ναι θα μιλήσουν[2], αφού μουγκάθηκαν οι οικοδεσπότες, και γίναν όλοι καλοντυμένοι και καναπεδάτοι ζητιάνοι επενδύσεων. Εδώ είναι Ελλάς ψυχοχτικιάρη βουτυρομπεμπέ! Και είμαστε έτσι γιατί δε μας κόστισε πολύ που είμαστε Έλληνες· γι’ αυτό και πετύχαμε ως λαντζέρης της Ευρώπης. Ότι η δουλειά δεν είναι ντροπή. Αλλά το να φτύνεις τέτοιο παρελθόν είναι κάτι χειρότερο από ντροπή: είναι μιαρό. Ότι «είμαστε όλοι Πακιστανοί» πια, όπως λένε οι αναρχικοί του τατουάζ και της περιπτερόμπυρας, του φασιστικού μηδενισμού και της καλογερικής του επαναστάτη της δεκαετίας (μετά ή πετάν τα ράσα ή καίγονται εντελώς). Κι άντε βγάλτους λάθος, παραταύτα. Ο καμμένος κάδος είναι η προφητεία των παιδιών επί των προοπτικών που τους προσφέραμε, είναι το μέλλον των φιλοσοφικών γραμμών (σκουπίδια) των «Υπουργείων Παιδείας» (κάδος) των τελευταίων δεκαετιών. Η κακουργεία των τελευταίων τροφοδοτεί την αδιέξοδο αντίδραση των ανθρώπων που αφήνονται μετέωροι, με υπαρκτική προοπτική μόνο και μόνο τον καριερισμό: ο πολιτισμός και η (παρα-)μόρφωση του αποτελεσματικού ανταλλακτικού.

Το χρυσάφι… Ο πνευματικός κόσμος που γνώρισα, σε μερικές ψυχές που συνάντησα στη ζωή μου, υποστασιοποιεί την αντιβίωση της ανθρωποφαγίας που σερβίρει η «υψηλή μαγειρική» του ανταγωνισμού. Απόμακροι απ’ το χρυσάφι είμαστε η αντιπρόταση σε καθετί όμορφο μας κληρονόμησε ο Έλληνας της άσκησης και της μελέτης, ο Έλληνας που δεν τυφλώθηκε απ’ τον πολύ Ελληνισμό του, αλλά μάλλον από το μεγαλείο των ανθρώπων του, κάτι που αποκλείει την έπαρση ως σύμπτωμα (αλλιώς, άλλη Ελλάδα διάβασες αδιάβαστε ακροδεξιέ). Κάποτε «ντρεπότανε» και λίγο[3], ο τελευταίος· εν- (μέσα του) τρεπόταν. Σήμερα γυρίζει video clips και μοστράρει τα μπράτσα και τις πόρνες του· τα γκάνια, τα ρολόγια και τα μηχανοκίνητά του. Σήμερα έπεσε πιο κάτω κι από πράγμα, γι’ αυτό και τον παρηγορούν εκλεκτά υφάσματα, λαμαρίνες εντυπωσιακού design, μουσική που απάλλαξε τον «καλλιτέχνη» από την ανάγκη του ταλέντου, από την τέχνη γενικότερα, απαιτώντας μόνο τον υπέρμετρο εγωισμό και την επίδειξη σκληρότητας (δηλ. ψυχικής αμεθεξίας στην ομορφιά). Βρέφος παραμελημένο, δίνει στη ζωή του το νόημα που του στέρησε ο απών γονέας του, καυχώμενο για το «εξώφυλλο» που αγόρασε για να ντύσει την παραμέλησή του αυτή, με τη μπανάνα του στο στήθος και τους αυλοκόλακες να του φυλάν τα νώτα, που απειλούνται από ανάλογα μ’ αυτόν βλαμμένα (κάτι τα έβλαψε, αναμφίβολα). Σήμερα, η πτώση μας περνιέται γι’ άνοδος, και οι συναισθηματικές και διανοητικές αναπηρίες είναι τα διακριτικά του «τσάκαλου» και της «θεάς».

Ανοίγεις τον «κατάλογο» του τόπου σου και βρίσκεις κάμποσες εκατοντάδες τόμους αφιερωμένους στην ταπεινοφροσύνη. Εκεί απολήγει κάθε άσκηση, κάθε αρετής. Βρίσκεις ανθρώπους με κεφαλαία γράμματα, ξέροντας και μη τα γράμματα. Αλλά δεν τον ανοίγεις τον κατάλογο όσο συχνά ανοίγεις το χαζοκούτι σου, όπου πληροφορείσαι – και αγανακτείς κιόλας, αυτοαμνηστευόμενος κι αποποιούμενος ευθύνες, μιας και «δεν πείραξες κανέναν» – για ένα ακόμη έγκλημα «τιμής», δηλαδή θιγμένης εγωστρέφειας, μαινόμενου αυτοευτελισμού. Τα περισσότερα εγκλήματα που γίνονται είναι τέτοια, λένε τα στατιστικά των φόνων παγκοσμίως. Και είναι τραγικό το πόσο λίγο γνωρίζουμε – αποτέλεσμα της αυτοαποκοπής κι εξωτερικοκρατίας μας – κι υπολογίζουμε την δολοφονική ιδιοσυγκρασία μας έκαστος· το πόσο ικανή είναι, υπό τις «κατάλληλες» συνθήκες, να γίνει ανάλογη με ό,τι βίαιο την σοκάρει[4]. Με αλυσοπρίονο…

Μας αγανακτούν φωτογραφίες ενός έργου που παρακολουθεί κανείς αποσπασματικά και μονοπρισματικά με την παρέα του, επιβιώνοντας δειλά με τα «προνόμια» (;) της εγκληματικής εσωτερικότητας που δεν διώκεται (κι ούτε θα ‘πρεπε – παιδεία και παράδειγμα θέλει η κακομοίρα), εφόσον «ο νόμος […]διώκει μόνον όσα πράγματα κοινοποιούνται και εξωτερικεύονται, εκείνα για τα οποία υπάρχει η δυνατότητα να προσαχθούν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες […]για τις μυστικές βουλές του Εγώ δεν υπάρχει νόμος»[5]. «Πού πάει ο κόσμος!» λες, και πέρδεσαι αμέριμνος εν τη δικαιοσύνη και νομιμοφροσύνη σου. Κι αγνοείς το πόσο πολύ μετέχεις αυτής της σκοτοδίνης, έρμαιο του μάρκετινγκ και της εντυπωσιοκρατίας, που αν σου πλασάρουν καλά το δήθεν καλό και κακό, αυτοί πληρώθηκαν κι εσύ διαπίστωσες. Ηγήτορες, επικοινωνιολόγοι κι ακόλουθοι του σύγχρονου τρόπου του νοείν-ανοηταίνειν: οἱ ἔκφυλοι τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ, οἱ λατρεύοντες τὸ κυνάριόν των καὶ περιφρονοῦντες ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα[6]. Δεν είναι ταξική αμαρτία η άγνοια. Είναι δρομολογημένη εκ συνεμπαθείας πανδημία, κι αυτός ο «βοσκός» δε μπλοφάρει που φωνάζει «λύκος, λύκος!»…

*

Μη μπλέκεσαι και μην φοβάσαι να παραδεχτείς την ελλιπή διαθεσιμότητά σου. Το καμάρι σου μεγάλωσε και είδε, έως τα 18 του (μάλλον νωρίτερα – η έρευνα πραγματοποιήθηκε πριν αρχίσουν τα δεκατριάχρονα να αλωνίζουν στο internet όλη την ημέρα), 150.000 καφρίλες ατιμώρητες[7], ψυχαγωγώντας τον παρκαρισμένο από εσένα εαυτό του σε video games και ταινίες της πλάκας και της μούντζας. Φύτεψες μπράβο-κομάντο-βαποράκι και τον πότισες με ιδέες όπως «πάτα τους πριν σε πατήσουν». Να απορούμε που δε φύτρωσε ιεραπόστολος, που δίνει το αίμα του για να κατηχήσει την οικουμένη στη θεία κοινωνία και την «θεολογία του σταυρού»; Να ελπίσουμε στα σωφρονιστικά ιδρύματα, που θα φιλοξενήσουν το θεριό που φόρτωσες στην ανθρωπότητα και τη βομβαρδίζει με την ξιπασιά του; Εκεί το μάστερ θα αναβαθμιστεί σε διδακτορικό πιθανότατα.

*

«Λίγο» θέλει το κακό. Μία γόπα κι ένας βλάκας – ή διεφθαρμένος εισοδηματίας (βλάκας με λεφτά) – θα κάψει την πλαγιά και θα αποτεφρώσει 100 ψυχές στο Μάτι (2018) – όχι κάποιο φλογοβόλο ή κανείς πυρομανής με απώλεια φρενών. Λίγη αμέλεια, ενός τύπου, σε κριτικής σημασίας θέση, αλλά και με κριτικής σημασίας «δόντι», που τον βόλεψε εκεί, καβατζωμένο καρεκλοκένταυρο. Τις πταίει; Ο υπουργός αναλαμβάνει, λέει, την ευθύνη (άλλη καραμέλα τούτη) για την απώλεια 57 ανθρώπων σε σύγκρουση τρένων (Τέμπη, 2023). Ο ίδιος, ξαναβγαίνει πρώτος σε ψήφους ως υποψήφιος λίγο καιρό μετά. Σχιζοείδεια: σου λέει «φταίω», του λες «πειράζει τόσο, όσο δε πειράζει καθόλου». Το θέμα είναι να σε πειράζει πολύ ή καθόλου; Μήπως το θέμα είναι να ψηφίσεις (τί άλλο μπορείς έτσι κι αλλιώς!) με το χέρι ενός πρώην… γονέα, αδελφού, συζύγου, ψηφοφόρου ίσως; Τις πταίει; Μία παιδεία απούσα ίσως: όταν τα προβλήματα του πλησίον μου είναι δικά μου, τότε κάνουμε χωριό· όταν τα δικά του είναι μόνο δικά του, και τα δικά μου μόνο δικά μου, τότε κάνουμε κόμματα, και τραβάμε τον δρόμο όπου έκαστος τραβάει αλλού. Εκεί η αρλούμπα είναι θεμιτή και εξυπηρετική – δόξας τρίγλυφο, λιχουδιάς καρύκευμα, «το άλας της γης» της απωλείας, της οντολογίας του φαυλεπίφαυλου (επιμέρους ανοησίες εντός της παντοκρατορικής, νόμω συμ-φωνημένης, ανοησίας). Εσύ, ο λίγος κι απασχολημένος με θεμιτές αρλούμπες, φταις. Κι εγώ, επίσης. Αλλά πώς στέκεται ένας άνθρωπος, διχασμένος, ανάμεσα σε δύο αντίθετες γραμμές, δύο διαφορετικών, π.χ., οφθαλμιάτρων; Όταν κι οι δυο σου λένε: άλλος είσαι, αλλά τα μάτια σου, άλλες οι παθήσεις τους, αλλά γυαλιά χρειάζεσαι. Όπως υποψιάζεται κανείς, ο ασθενής, δίχως γνώσεις, θα διαλέξει όποιον συμπαθήσει (αν «τα ‘χει»), ή οποίον του κάνει καλύτερη τιμή (αν παλεύει για τα στοιχειώδη). Η ζωή εν συμφερτώδη πολύνοια.

Φταις, ως διαφημιστής του εαυτού σου, ως δημιουργός και κοινοποιητής ενός ειδώλου που δε δηλώνει τίποτα, αλλά έχει το δικαίωμα να δικτυωθεί με όλα τ’ άλλα. Επειδή δε συμφέρεις κανένα, δε σε συμφέρει κανένας, και με κανένα τρόπο. Διαφημίζεις τον παρασιτικό ταξιδιωτισμό και τις σαββατόβραδες καταναλωτικές σου ευκαιρίες στα media. Πού να βρεις, παράλληλα, χρόνο να αναλογιστείς τί προσφέρεις ως όπως είσαι και αυξάνεις; Είσαι αναλωμένος σε αυτά που θες να πάρεις και να δώσεις. Το τί και ποιος πραγματικά είναι αυτό κι αυτά που θέλει να πάρει και να δώσει, είναι ένα παραμύθι ιδιωτικό, ένα story προς αποσιώπησιν. Το παραμύθι σου, το like σου, και νάνι άρχοντα δίχως αρχοντιά. Κι εσύ είσαι που σε ‘στειλες για ύπνο, όχι η περιγραφική πολεμική μου.

Ο λίγος αρκεί για κάθε κακό, για να στελεχώσει ένα στρατό ολίγιστων που θα εξαπλώσουν εκθετικά τη φονική – αν όχι μόνο άζωη-παθητική – ανοησία τους και θα βαρέσουν παλαμάκια, να ρίξει κι ο Εξαποδώ μία στροφούλα να ξεσκάσει. Άσε το χασάπικο για λίγο: «έστω λίγα ελαττώματα στην Εκκλησία ή λίγη βλακεία στο σχολείο ή λίγη αδικία στο δικαστήριο ή λίγη χοντράδα στην καλή τέχνη, δίνουν τεράστια υποστήριξη στο κακό»[8]. Είσαι αυτό το λίγο ή μήπως βρήκες και το off στο τηλεκοντρόλ, το logout στην πλατφόρμα; Ή μήπως, γεννημένος μέσα στη βιβλιοθήκη της ανθρωπότητας, κατάφερες να ξεκολλήσεις από τα δωμάτια της πολιτικής των «ικανών» επειδή απλά και μόνο πλουσιόπαιδων με μπάτζετ κι επαφές, των σχολιαστών της μπάλας που πηγαίνει πέρα δώθε, της πληθωρικής γαστρονομίας που παρηγορεί τ’ αμαρτωλά σαγόνια μας, της αστρολογίας της κάθε μεσημεριανής υστερικιάς, που δε μας είπε για τις ευνοϊκές θέσεις των άστρων στη ζωή των terminal ασθενών; Ή μήπως έπεσε στα χέρια σου κανένας κατάλογος με ανθρώπους που τιμάνε τη ζωή και το μερτικό τους στη συνύπαρξη, με βίο και πολιτεία που δεν σπένδει στη δικαιωματοκρατία με το αίμα των συνανθρώπων της βάσει της φιλανθρωπίας των Βρυξελλών, του μαζισμού των ευπρεπώς ντυμένων ειδωλολατρικών ορδών;

Η αγριότης θα κλιμακώνεται μέχρι να αναπέμψουμε έναν ειλικρινή στεναγμό για την κατάντια μας. Μέχρι να αποκτήσουμε αναφορά μεγαλύτερης εμβέλειας από αυτή του ζώου, που, τρέχοντας να ξεφύγει από τον θύτη (έλλειψη, αποτυχία, ατιμία), το μόνο που βλέπει γύρω του είναι υποψήφιες κρυψώνες. Μέχρι να πετάξουμε τα δικαιώματά μας και να τα προσφέρουμε στους άλλους ως εξαργυρωμένες υποχρεώσεις προσώπων που αγωνίζονται, νοιάζονται και προσέχουν το ένα τ’ άλλο αμισθί, ακεραίως και παλικαρίσια. Έως τότε: tik tok, tik tok, tik tok…

Αναπόφευκτη η νομοτέλεια βλάμη μου: η πιο σκοτεινή ώρα είναι λίγο πριν χαράξει. Και αυτή θα έρθει, και θα χαράξει έπειτα, και να το ξέρεις.

Υ.Γ.

Μετά του λελυμένου
εν τη πολιτεία αυτού
μη ιλαρύνης το πρόσωπον σου,
φυλάττου δε του μη μισήσαι αυτόν.
Και εάν βουλευθή αναστήναι,
δός αυτώ χείρα και έως θανάτου
μερίμνησον ευρείν αυτόν.

Αββά Ισαάκ του Σύρου
Λόγοι Ασκητικοί
ΜΑ’ 121-4

 

Αναδημοσίευση απο το ΑΝΤΙΦΩΝΟ (https://antifono.gr)

Βιβλιογραφία – Σημειώσεις

[1]. Κωστής Παπαγιώργης, Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ/Το σκοτεινό τρυγόνι (Καστανιώτη, 1997, σελ. 88)

[2]. Λουκ 19.40: […]ἐὰν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται.

[3].Φώτης Κόντογλου, Ασάλευτο Θεμέλιο: Ενώ πρώτα ξεχώριζε από άλλες φυλές, γιατί ήταν σεμνός, φιλότιμος, ντροπαλός, καλοδεκτικός, τώρα έγινε αγνώριστος […]Οι καλοί ντρέπονται γιατί είναι καλοί, συμμαζεμένοι και με ανατροφή. Οι άλλοι τους λένε καθυστερημένους. Συμπαθητικός άνθρωπος δύσκολα βρίσκεται πια σήμερα στον τόπο μας. Η μόδα είναι να είναι κανείς αντιπαθητικός, κρύος, άνοστος και μάγκας. Μάλιστα όπως όλα φραγκέψανε, φράγκεψε και ο μάγκας.

[4]. Τα πειράματα του Stanley Milgram απέδειξαν την εν δυνάμει δολοφονικότητά μας. Μία ωραία εσπέρα, βγήκαν από το κτίριο των κοινωνικών πειραμάτων του 1500 άτομα που συνειδητοποίησαν ότι είναι δυνάμει φονιάδες, κατόπιν «άνωθεν» εντολών (βλ. Obedience to Authority)

[5]. Κωστής Παπαγιώργης, Η Κόκκινη Αλεπού/Οι Παρακεντέδες/Μισείτε αλλήλους (Καστανιώτη, 1992, σελ.43)

[6]. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Το Κατά το Πρέπον Ζην – Η Αληθής Υγεία (Δόμος, 2005/Άπαντα, τ. 5, σελ. 286)

[7]. C. Lightfoot, M. Cole, S. R. Cole, Η Ανάπτυξη των Παιδιών/Κεφ. 10: Πλαίσια της ανάπτυξης/Τηλεόραση (Gutenberg, 2014, σελ. 522): Το 70% σχεδόν των τηλεοπτικών θεαμάτων για παιδιά περιέχει πράξεις σωματικής επιθετικότητας, κατά μέσο όρο 14 βίαιες πράξεις την ώρα, σε σύγκριση με λιγότερες από 4 σε προγράμματα που δεν απευθύνονται σε παιδιά […]Μέχρι την ηλικία των 18 ετών τα παιδιά έχουν υπάρξει μάρτυρες 200.000 πράξεων τηλεοπτικής βίας και 16.000 τηλεοπτικών δολοφονιών […]Η βία μένει ατιμώρητη στο 73% των περιπτώσεων και ασκείται από ελκυστικούς για τα παιδιά χαρακτήρες.

[8]. Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Αργά Βαδίζει ο Χριστός/Εκκλησία και επαναστατική παιδαγωγική (Εν Πλω, 2017, σελ. 66)

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“1950, Lavender Mist”) είναι έργο του      Jackson Pollock.